Από την οικογενειακή στην εταιρική αγροτική εκμετάλλευση

 

  Οι καινοτόμες ιδέες και προτάσεις που περιέχονται στο παρακάτω άρθρο του Μανώλη Στρατάκη είναι πολύ σημαντικές για την αναστροφή της φθίνουσας πορείας αλλά και την αναβάθμιση της Ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη. Γιαυτό αξίζει να διαβαστούν και μελετηθούν σοβαρά από τους ιθύνοντες για την αγροτική πολιτική της χώρας.

   Ιδιαίτερα, όμως, αξίζει να προσεχθούν από τους μικρούς ελαιοπαραγωγούς, ιδίως όσους έχουν κάτω από 8 στρέμματα, οι οποίοι  (σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο για την νέα ΚΑΠ),  όπως έχουμε επισημάνει σε άρθρα μας στα ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΚΑΣ ΝΕΑ, τελικά αποκλείονται και από τις άμεσες αλλά και από τις λεγόμενες αναδιανεμητικές ενισχύσεις. Από τις άμεσες γιατί θα πέσουν κάτω από τα όριο των 250 ευρώ και από τις αναδιανεμητικές γιατί αυτές, όπως ανακοινώθηκε, θα δίδονται μόνο    σε εκμεταλλεύσεις 10-40 στρ.!  Με τις προτάσεις Στρατάκη  μπορεί να γίνουν εταιρικές συμπράξεις  μεταξυ παραγωγών, ωστε,  εκτος απο τα αλλα οφελη,  αποφευχθεί και η απωλεια των επιδοτησεων (Δρ. Νικ. Μιχελάκης)

          

     Γράφει: Ο Μανώλης Σοφ. Στρατάκης*

    Όσο περνούν τα χρόνια γίνεται περισσότερο φανερό ότι το μοντέλο με το οποίο πορεύεται ο αγροτικός τομέας φθίνει καθημερινά για πολλούς και διάφορους λόγους με πάρα πολλές επιπτώσεις.

Οι πιο σημαντικές είναι η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η ερήμωση των χωριών, η μείωση του αγροτικού εισοδήματος, καθώς και η μείωση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ελαιοκαλλιέργεια παρόλο που το ελαιόλαδο είναι εθνικό προϊόν και έχει μεγάλη συμμετοχή στις εξαγωγές του αγροτικού τομέα.ΦΩΤΟ ΜΕ ΕΛΙΕΣ

Μερικά νούμερα δίνουν την εικόνα αλλά δείχνουν και την ανάγκη για ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, ιδιαίτερα μετά τη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, καθώς το μέχρι σήμερα μοντέλο έδωσε ότι ήταν να δώσει και δεν είναι πλέον ανταγωνιστικό.

Ο νομός Ηρακλείου έχει, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, 13.300.000 ελαιόδεντρα και η παραγωγή είναι κατά μέσο όρο περίπου 50.000 τόνοι ελαιολάδου άριστης ποιότητας, δηλαδή περίπου το 1/5 της συνολικής παραγωγής της χώρας. Η μέση παραγωγή ελαιολάδου ανά δέντρο είναι 3,8 κιλά ήτοι περίπου 20 κιλά ελαιοκάρπου, ενώ είναι γνωστό ότι σε δέντρα που εφαρμόζονται στοιχειωδώς καλές γεωργικές πρακτικές, ο παραγόμενος ελαιόκαρπος κατ’ έτος ξεπερνά τα 50 κιλά δηλαδή διαπιστώνεται μια υπολειμματική αξιοποίηση του υφιστάμενου φυτικού κεφαλαίου αφού το ποσοστό αξιοποίησης είναι μόνο 40% ή και λιγότερο.

Αν ληφθεί υπόψη ότι η ελιά δεν έχει μη αξιοποιήσιμα υπολείμματα γιατί τα μεν φύλλα αποτελούν άριστη ζωοτροφή τα δε κλαδιά άριστη καύσιμη ύλη, ή σε έσχατη περίπτωση οργανικό λίπασμα, ενώ σήμερα καίγονται, τότε η ωφέλεια μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Αν δε, η καλλιέργεια της ελιάς συνδυαστεί με την καλλιέργεια ψυχανθών για τον εμπλουτισμό του εδάφους με άζωτο, μπορούμε να έχουμε παραγωγή χονδροειδών ζωοτροφών άριστης ποιότητας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ έναν ιδανικό συνδυασμό της ελαιοκαλλιέργειας με σταβλισμένη αιγοπροβατοτροφία και με ελάχιστο κόστος σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Συνεπώς, μεγαλύτερο όφελος και ταυτόχρονα πλήρη απασχόληση και νέες θέσεις εργασίας.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, υπάρχουν κι άλλα προβλήματα σχετικά με τη μορφή που έχει σήμερα η αγροτική εκμετάλλευση, όπως η δυσκολία ανεύρεσης εργατών, η μη εκτέλεση των αναγκαίων καλλιεργητικών εργασιών, η ελλιπής καταπολέμηση ασθενειών και εχθρών και πολλά άλλα.

Μια ματιά στον ελαιώνα του νομού πείθει για τα ανωτέρω, αφού διαπιστώνεται άμεσα ότι μόνο μικρό ποσοστό καλλιεργείται συστηματικά, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό καλλιεργείται υποτυπωδώς ή και καθόλου.

Επιπλέον, από τους κατοίκους της υπαίθρου και τους κατόχους αγροτικής περιουσίας μόνο ένα μικρό ποσοστό είναι ενεργοί αγρότες και ταυτόχρονα υπάρχει υπερπληθώρα μηχανολογικού εξοπλισμού αλλά όχι για το σύνολο των αναγκών.

Με βάση τα παραπάνω και πολλά άλλα που θα μπορούσαν να λεχθούν, το ερώτημα είναι: Μπορεί αυτή η κατάσταση ν’ αλλάξει και πως;

Σήμερα, που οι ιδιοκτησίες έχουν καταγραφεί και οριοθετηθεί με συντεταγμένες εξαιτίας του Κτηματολογίου και τα σύνορα δεν αλλάζουν, μπορούμε να πούμε ότι μπορεί ν’ αλλάξει το μοντέλο παραγωγής και ν’ αλλάξει μορφή η αγροτική εκμετάλλευση και από την πολυτεμαχισμένη οικογενειακή εκμετάλλευση να πάμε στην ενιαία εταιρική εκμετάλλευση.

Υπάρχουν τα εργαλεία και οι μορφές των εταιρειών, από τις ετερόρρυθμες μέχρι τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθούν αγροτικές εκμεταλλεύσεις με μόνιμο προσωπικό αλλά και τη δυνατότητα ν’ απασχολήσουν και τους ιδιοκτήτες-εταίρους με ωριαία αμοιβή, όπως και τα μηχανήματά τους, όποτε και όσοι μπορούν, εφόσον το επιθυμούν.

Ακόμη, οι επιχειρήσεις αυτές θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τον θεσμό των γεωργικών συμβούλων ή ακόμη και σε μόνιμη απασχόληση γεωπόνο, κτηνίατρο, συντηρητή μηχανημάτων, αλλά και όποια άλλη ειδικότητα θα έχει ανάγκη η εκμετάλλευση. Εδώ, η στήριξη της πολιτείας θα μπορούσε να είναι ουσιαστική για την κάλυψη τέτοιων δαπανών, αφού και η Κοινή Αγροτική Πολιτική όχι μόνο το επιτρέπει αλλά και το προωθεί, και ταυτόχρονα να προωθήσει τη συνεχή επιμόρφωση του προσωπικού ώστε ν’ αξιοποιούνται πλήρως τα επιστημονικά επιτεύγματα σε όλους τους τομείς.

Είναι φανερό ότι με αυτό το μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά πολλά από τα σημερινά διαρθρωτικά προβλήματα όπως το πρόβλημα του μικρού κλήρου, ο πολυτεμαχισμός της ιδιοκτησίας, η σπατάλη πόρων για υποαπασχολούμενο μηχανολογικό εξοπλισμό και κυρίως συμβάλλει στη δυνατότητα εφαρμογής καλών γεωργικών πρακτικών άρα αυξημένη παραγωγή με μικρότερο κόστος παραγωγής.

Επιπλέον, όμως, αυτή η μορφή εκμετάλλευσης θα δώσει και τη δυνατότητα της κάθετης οργάνωσης και της παρέμβασης στον τομέα της εμπορίας, αφού ο όγκος παραγωγής θα το επιτρέπει, ώστε η κάθε εκμετάλλευση να επωφελείται από την προστιθέμενη αξία που μπορεί να έχει το παραγόμενο προϊόν.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να επιτευχθούν σήμερα με μεγαλύτερη ευκολία, αν είχαν γίνει δεκτές οι προτάσεις μου, χρόνια τώρα, αλλά και άλλων ειδικών που έχουν αρθρογραφήσει για το θέμα, για τη δημιουργία και στήριξη πρότυπων-βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων ανά περιφέρεια και είδος καλλιέργειας, που θα αποτελούσαν σήμερα τα πρότυπα για ακόμη μεγαλύτερες και περισσότερο κερδοφόρες αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Όμως, ποτέ δεν είναι αργά, αρκεί να κατανοήσουν πρώτα οι ενεργοί αγρότες και κυρίως η πολιτεία ότι το σημερινό μοντέλο που ξεκινάει από την ανταλλακτική οικονομία έχει κλείσει τον κύκλο του και τα νέα οικονομικά, κοινωνικά και δημογραφικά δεδομένα επιβάλλουν την αλλαγή μοντέλου ώστε και οι σημερινοί πολυπληθείς ιδιοκτήτες να παραμείνουν κάτοχοι της περιουσίας τους και να μην υποχρεωθούν να την πουλήσουν για κομμάτι ψωμί, όταν πλέον θα είναι εντελώς ασύμφορη η εκμετάλλευσή της αλλά και ο παραγόμενος πλούτος να μένει σε ελληνικά χέρια.

Από μας εξαρτάται αν θα αφήσουμε το μεγάλο κεφάλαιο, που είναι κυρίως ξένο, να γίνει ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων της χώρας και οι κάτοικοί της φθηνό εργατικό δυναμικό.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό, ώστε τα προοδευτικά κόμματα να συμπεριλάβουν στα προγράμματά τους για τον αγροτικό τομέα την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και η πολιτεία με τη συνδρομή και της ΕΕ να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες με επιστημονική στήριξη, ώστε πολυμετοχικές εταιρείες με μετόχους τους σημερινούς ιδιοκτήτες γης, να πάρουν στα χέρια τους τη νέα παραγωγική δομή στον αγροτικό τομέα, αλλά και να αυξήσουν την παραγωγή άρα και τον πλούτο της χώρας.

=========

*Ο Μανόλης Σοφ. Στρατάκης είναι Γεωπόνος πρ. Βουλευτής και Υφυπουργός